ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ελένη Σαμπάνη: από τη "Σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" στην υποψηφιότητα για το Βραβείο "Γιάννη Βαρβέρη"

Η ποιήτρια μιλά στη "Θ" για τη νέα της συλλογή και ευρύτερα τη λογοτεχνία

 22/11/2019 15:20

Ελένη Σαμπάνη: από τη "Σκόνη που βαραίνει τα ράφια μας" στην υποψηφιότητα για το Βραβείο "Γιάννη Βαρβέρη"

Συνέντευξη: Βιολέτα Φωτιάδη

Η νεαρή ψυχολόγος και ποιήτρια Ελένη Σαμπάνη μιλά στο makthes.gr για το οδοιπορικό από την έκδοση της πρώτης της ποιητικής συλλογής μέχρι την υποψηφιότητα για το Βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη»!

«Η σκόνη» της Ελένη Σαμπάνη, «βαραίνει τα ράφια μας» από το 2018. Πρόκειται για την πρώτη της ποιητική συλλογή, την οποία και προετοίμαζε από τα 22 της χρόνια, που της χάρισε μία θέση ανάμεσα στους υποψηφίους για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή «Γιάννη Βαρβέρη», της Εταιρείας Συγγραφέων.

Έχοντας επιλέξει το επάγγελμα της ψυχολόγου, μπορεί να παρατηρεί περισσότερο τους ανθρώπους και να εμπνέεται από τις συνδέσεις που κάνει. Με αυτό τον τρόπο άλλωστε, όπως λέει και η ίδια: «παίρνεις το χρόνο για να σκεφτείς περισσότερο τα πράγματα, να γίνουν τα βιώματα, να τα επεξεργαστείς και μετά να τα δουλέψεις. Δεν γράφω εν θερμώ. Ούτε η συλλογή είναι γραμμένη έτσι. Είναι μία εκ των υστέρων συλλογή, της απόστασης, με μία πολύ ψύχραιμη ματιά. Το ωραίο είναι να παρατηρείς, ακόμα και κάτι μικρό και ευτελές να το επεξεργάζεσαι και να βλέπεις και άλλες πλευρές του.»

elenh-sabanh.jpg

Το κλισέ «τι θέλει να πει ο ποιητής» μας έχει καταστρέψει!

Η γραφή της είναι απλή αλλά καθόλου απλοϊκή και πέραν της ταύτισης που μπορεί να προσφέρει, ίσως να είναι η απάντηση στο κοινότυπη ταμπέλα «δυσνόητη», της κοινωνίας μας προς την ποίηση.

Το έργο της μιλάει για «τη συνάντηση, τη φθορά και τη μνήμη. Όταν συναντάς κάποιον, δεν γίνεται να μη φθαρείτε και αυτό κάποια στιγμή γίνεται μνήμη και ανάμνηση. Μπορεί να μιλάς για ποίηση, για τον έρωτα που έφυγε, για την εγκατάλειψη μέσα σε μία σχέση. Πάντα κουβαλάμε όλα τα σώματα που έχουμε αγγίξει και συναντήσει, όπως και αν μεταφράζεται αυτό. Ακόμα και βιολογικά, όπου έχουμε υπάρξει, υπάρχει και το DNA μας. Αυτό είναι η δική μου γραφή και σκέψη αλλά το πιο σημαντικό είναι το πώς συναντά ο αναγνώστης τον εαυτό του μέσα σε αυτό. Το κάθε νόημα εκλαμβάνεται πολύ διαφορετικά και η λογοτεχνική αξία ενός έργου είναι το να αντέχει σε πολλές αναγνώσεις. Το κλισέ «τι θέλει να πει ο ποιητής» είναι που μας έχει καταστρέψει! Μας περιορίζει τη δημιουργικότητα. Εμένα μου αρέσει να δίνουν διάφορες ερμηνείες στα ποιήματά μου. Το τι θέλω να πω εγώ έχει να κάνει μόνο με την ιστορική αξία των πραγμάτων. Το θέμα είναι πως συναντάς εσύ τον εαυτό σου σε αυτό και έτσι παίρνει αξία. Δημιουργείς νόημα.»

Στην Ελλάδα, ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση.

Στρέφοντας το βλέμμα στην αγορά δεν γίνεται να μην παρατηρήσεις την πληθώρα των νέων κειμένων (λογοτεχνικών ή ποιητικών) που κυκλοφορούν κάθε χρόνο! Πρόκειται για εκατοντάδες βιβλία και συλλογές που απλά περνούν απαρατήρητα ακριβώς λόγω αυτών των αριθμών. Και μετά έρχεται ο μεγάλος ανταγωνιστής. Το ίντερνετ. Χιλιάδες προφίλ ανά τον κόσμο με δημοσιεύσεις τύπου quotes κερδίζουν το κοινό που πασχίζουν να τραβήξουν τα βιβλία. Είναι μικρότερα, «εύπεπτα» και εξυπηρετούν το τρίπτυχο της επιτυχίας του μέσου χρήστη «like- repost- like». Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις λέξεις χάνεται και η έννοια και της λογοτεχνικής αξίας των έργων.

Η Ελένη Σαμπάνη σχολιάζει επ’ αυτού: «Ο καθένας μπορεί να γράφει ότι θέλει. Ο καθένας μπορεί να εκφραστεί μέσα από αυτό αν θέλει. Αλλά για να φτάσουμε από την έκφραση σε ένα πολύ δουλεμένο κείμενο που έχει μία λογοτεχνική αξία, ο δρόμος είναι μακρύς. Οι περισσότεροι μένουν στην έκφραση. Εγώ το επικαλούμουν αυτό στα 17 όταν ξεκίνησα να γράφω αλλά εκείνα τα κείμενα ξέρω ότι δεν έχουν λογοτεχνική αξία. Είναι σαν να αφήνει ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα, στη θάλασσα. Όσα περισσότερα νοήματα μπορεί να δώσει ο παραλήπτης στο κείμενο τόσο περισσότερο θα αντέξει στο χρόνο και άρα όλο και μεγαλύτερη αξία έχουν. Εγώ τεστάρω τα κείμενα με τον χρόνο. Διαβάζοντάς τα σε διάφορους χρόνους και βλέποντας ότι το ερμηνεύεις αλλιώς. Η ανάγνωση ποτέ δεν είναι ίδια. Μία εφήμερη συγκίνηση που μπορεί να σου προσφέρει ένα κείμενο δεν μου λέει τίποτα.»

Συνδυαστικά με το θέμα περί «εφήμερης τέχνης» γεννιέται και το μεγάλο ερώτημα: «Μπορείς να ζήσεις από την ποίηση;»

«Όχι! Είναι άνθρωποι που έχουν ένα μεγάλο όνομα και τα δικαιώματα από τα βιβλία τους αποφέρουν κέρδη στην οικογένειά τους, όπως ο Ρίτσος, αλλά αν δεν είσαι αυτό, τότε σίγουρα δεν μπορείς να ζήσεις από τα βιβλία. Αυτό συμβαίνει λόγω του εξής συνδυασμού πραγμάτων: αρχικά στην Ελλάδα, ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση. Ενώ έχουμε μία τεράστια ιστορία στην ποίηση, δεν αγοράζονται ποιητικές συλλογές. Έναν καινούριο ποιητή πως θα τον ξέρει ο κόσμος; Για αυτό και τα quotes στο ίντερνετ έχουν τέτοια απήχηση. Είναι διάδοση πληροφορίας και βρισκόμαστε σε έναν σκουπιδοτενεκέ ατέλειωτης πληροφορίας. Όπως θα διαβάσω ένα κουτσομπολιό έτσι θα διαβάσω και αυτό το τσιτάτο και θα το κάνω repost. Αυτό όμως εξαντλείται εκεί γιατί την επόμενη μέρα μπορεί να μην το θυμάσαι καν. Η τέχνη είναι βίωμα! Δεν έχουμε μάθει να φιλτράρουμε την τέχνη. Όταν κοιτάς ένα πίνακα δεν γίνεται να σκέφτεσαι μόνο το τι ήθελε να αποτυπώσει ο ζωγράφος. Παίρνεις το χρόνο σου, κοιτάς το έργο και παρατηρείς το τι νιώθεις και το τι σκέφτεσαι στη θέα αυτού του έργου. Αλλά όταν δεν έχουμε μάθει να παρατηρούμε τον εαυτό μας και τις σκέψεις μας πως θα το κάνουμε αυτό σε ένα έργο τέχνης; Ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις ισχύει αυτό. Σε κάθε τι που συμμετέχουμε. Και η τέχνη σχέση είναι! Δεν είναι κάτι επίπεδο. Μία μεγάλη παγίδα σε αυτό είναι το να βλέπεις πίνακες στο ίντερνετ. Όσο καλή ανάλυση και να έχει η φωτογραφία δεν μπορείς να δεις την υφή! Με αυτό τον τρόπο θέασης της τέχνης, ο Βαν Γκονγκ ζωγράφιζε κάτι χωράφια. Πρέπει να δεις από κοντά το έργο και μακάρι να μπορούσαμε να το αγγίξουμε κιόλας για να είχαμε όλο το αισθητηριακό κομμάτι. Αλλά αν δε σηκωθείς να πας στο μουσείο, να διαβάσεις το ποίημα, να πιάσεις το χαρτί, δεν καταλαβαίνεις το τι είναι τέχνη. Για αυτό και τα βιβλία δεν πέθαναν στην κρίση όπως πίστευαν πολλοί όταν βγήκαν τα e-books. Τα καλύτερα βιβλία είναι εκείνα που έχεις σημειώσει ότι σκέφτεσαι όταν τα διαβάζεις, που έχεις τσακίσει τις σελίδες, έχουν κιτρινίσει και μυρίζει βιβλίο. Δεν είναι λέξεις σε ένα χαρτί το βιβλίο! Και η λίστα του super market είναι λέξεις σε ένα χαρτί!»

Συνέντευξη: Βιολέτα Φωτιάδη

Η νεαρή ψυχολόγος και ποιήτρια Ελένη Σαμπάνη μιλά στο makthes.gr για το οδοιπορικό από την έκδοση της πρώτης της ποιητικής συλλογής μέχρι την υποψηφιότητα για το Βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη»!

«Η σκόνη» της Ελένη Σαμπάνη, «βαραίνει τα ράφια μας» από το 2018. Πρόκειται για την πρώτη της ποιητική συλλογή, την οποία και προετοίμαζε από τα 22 της χρόνια, που της χάρισε μία θέση ανάμεσα στους υποψηφίους για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή «Γιάννη Βαρβέρη», της Εταιρείας Συγγραφέων.

Έχοντας επιλέξει το επάγγελμα της ψυχολόγου, μπορεί να παρατηρεί περισσότερο τους ανθρώπους και να εμπνέεται από τις συνδέσεις που κάνει. Με αυτό τον τρόπο άλλωστε, όπως λέει και η ίδια: «παίρνεις το χρόνο για να σκεφτείς περισσότερο τα πράγματα, να γίνουν τα βιώματα, να τα επεξεργαστείς και μετά να τα δουλέψεις. Δεν γράφω εν θερμώ. Ούτε η συλλογή είναι γραμμένη έτσι. Είναι μία εκ των υστέρων συλλογή, της απόστασης, με μία πολύ ψύχραιμη ματιά. Το ωραίο είναι να παρατηρείς, ακόμα και κάτι μικρό και ευτελές να το επεξεργάζεσαι και να βλέπεις και άλλες πλευρές του.»

elenh-sabanh.jpg

Το κλισέ «τι θέλει να πει ο ποιητής» μας έχει καταστρέψει!

Η γραφή της είναι απλή αλλά καθόλου απλοϊκή και πέραν της ταύτισης που μπορεί να προσφέρει, ίσως να είναι η απάντηση στο κοινότυπη ταμπέλα «δυσνόητη», της κοινωνίας μας προς την ποίηση.

Το έργο της μιλάει για «τη συνάντηση, τη φθορά και τη μνήμη. Όταν συναντάς κάποιον, δεν γίνεται να μη φθαρείτε και αυτό κάποια στιγμή γίνεται μνήμη και ανάμνηση. Μπορεί να μιλάς για ποίηση, για τον έρωτα που έφυγε, για την εγκατάλειψη μέσα σε μία σχέση. Πάντα κουβαλάμε όλα τα σώματα που έχουμε αγγίξει και συναντήσει, όπως και αν μεταφράζεται αυτό. Ακόμα και βιολογικά, όπου έχουμε υπάρξει, υπάρχει και το DNA μας. Αυτό είναι η δική μου γραφή και σκέψη αλλά το πιο σημαντικό είναι το πώς συναντά ο αναγνώστης τον εαυτό του μέσα σε αυτό. Το κάθε νόημα εκλαμβάνεται πολύ διαφορετικά και η λογοτεχνική αξία ενός έργου είναι το να αντέχει σε πολλές αναγνώσεις. Το κλισέ «τι θέλει να πει ο ποιητής» είναι που μας έχει καταστρέψει! Μας περιορίζει τη δημιουργικότητα. Εμένα μου αρέσει να δίνουν διάφορες ερμηνείες στα ποιήματά μου. Το τι θέλω να πω εγώ έχει να κάνει μόνο με την ιστορική αξία των πραγμάτων. Το θέμα είναι πως συναντάς εσύ τον εαυτό σου σε αυτό και έτσι παίρνει αξία. Δημιουργείς νόημα.»

Στην Ελλάδα, ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση.

Στρέφοντας το βλέμμα στην αγορά δεν γίνεται να μην παρατηρήσεις την πληθώρα των νέων κειμένων (λογοτεχνικών ή ποιητικών) που κυκλοφορούν κάθε χρόνο! Πρόκειται για εκατοντάδες βιβλία και συλλογές που απλά περνούν απαρατήρητα ακριβώς λόγω αυτών των αριθμών. Και μετά έρχεται ο μεγάλος ανταγωνιστής. Το ίντερνετ. Χιλιάδες προφίλ ανά τον κόσμο με δημοσιεύσεις τύπου quotes κερδίζουν το κοινό που πασχίζουν να τραβήξουν τα βιβλία. Είναι μικρότερα, «εύπεπτα» και εξυπηρετούν το τρίπτυχο της επιτυχίας του μέσου χρήστη «like- repost- like». Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις λέξεις χάνεται και η έννοια και της λογοτεχνικής αξίας των έργων.

Η Ελένη Σαμπάνη σχολιάζει επ’ αυτού: «Ο καθένας μπορεί να γράφει ότι θέλει. Ο καθένας μπορεί να εκφραστεί μέσα από αυτό αν θέλει. Αλλά για να φτάσουμε από την έκφραση σε ένα πολύ δουλεμένο κείμενο που έχει μία λογοτεχνική αξία, ο δρόμος είναι μακρύς. Οι περισσότεροι μένουν στην έκφραση. Εγώ το επικαλούμουν αυτό στα 17 όταν ξεκίνησα να γράφω αλλά εκείνα τα κείμενα ξέρω ότι δεν έχουν λογοτεχνική αξία. Είναι σαν να αφήνει ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα, στη θάλασσα. Όσα περισσότερα νοήματα μπορεί να δώσει ο παραλήπτης στο κείμενο τόσο περισσότερο θα αντέξει στο χρόνο και άρα όλο και μεγαλύτερη αξία έχουν. Εγώ τεστάρω τα κείμενα με τον χρόνο. Διαβάζοντάς τα σε διάφορους χρόνους και βλέποντας ότι το ερμηνεύεις αλλιώς. Η ανάγνωση ποτέ δεν είναι ίδια. Μία εφήμερη συγκίνηση που μπορεί να σου προσφέρει ένα κείμενο δεν μου λέει τίποτα.»

Συνδυαστικά με το θέμα περί «εφήμερης τέχνης» γεννιέται και το μεγάλο ερώτημα: «Μπορείς να ζήσεις από την ποίηση;»

«Όχι! Είναι άνθρωποι που έχουν ένα μεγάλο όνομα και τα δικαιώματα από τα βιβλία τους αποφέρουν κέρδη στην οικογένειά τους, όπως ο Ρίτσος, αλλά αν δεν είσαι αυτό, τότε σίγουρα δεν μπορείς να ζήσεις από τα βιβλία. Αυτό συμβαίνει λόγω του εξής συνδυασμού πραγμάτων: αρχικά στην Ελλάδα, ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση. Ενώ έχουμε μία τεράστια ιστορία στην ποίηση, δεν αγοράζονται ποιητικές συλλογές. Έναν καινούριο ποιητή πως θα τον ξέρει ο κόσμος; Για αυτό και τα quotes στο ίντερνετ έχουν τέτοια απήχηση. Είναι διάδοση πληροφορίας και βρισκόμαστε σε έναν σκουπιδοτενεκέ ατέλειωτης πληροφορίας. Όπως θα διαβάσω ένα κουτσομπολιό έτσι θα διαβάσω και αυτό το τσιτάτο και θα το κάνω repost. Αυτό όμως εξαντλείται εκεί γιατί την επόμενη μέρα μπορεί να μην το θυμάσαι καν. Η τέχνη είναι βίωμα! Δεν έχουμε μάθει να φιλτράρουμε την τέχνη. Όταν κοιτάς ένα πίνακα δεν γίνεται να σκέφτεσαι μόνο το τι ήθελε να αποτυπώσει ο ζωγράφος. Παίρνεις το χρόνο σου, κοιτάς το έργο και παρατηρείς το τι νιώθεις και το τι σκέφτεσαι στη θέα αυτού του έργου. Αλλά όταν δεν έχουμε μάθει να παρατηρούμε τον εαυτό μας και τις σκέψεις μας πως θα το κάνουμε αυτό σε ένα έργο τέχνης; Ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις ισχύει αυτό. Σε κάθε τι που συμμετέχουμε. Και η τέχνη σχέση είναι! Δεν είναι κάτι επίπεδο. Μία μεγάλη παγίδα σε αυτό είναι το να βλέπεις πίνακες στο ίντερνετ. Όσο καλή ανάλυση και να έχει η φωτογραφία δεν μπορείς να δεις την υφή! Με αυτό τον τρόπο θέασης της τέχνης, ο Βαν Γκονγκ ζωγράφιζε κάτι χωράφια. Πρέπει να δεις από κοντά το έργο και μακάρι να μπορούσαμε να το αγγίξουμε κιόλας για να είχαμε όλο το αισθητηριακό κομμάτι. Αλλά αν δε σηκωθείς να πας στο μουσείο, να διαβάσεις το ποίημα, να πιάσεις το χαρτί, δεν καταλαβαίνεις το τι είναι τέχνη. Για αυτό και τα βιβλία δεν πέθαναν στην κρίση όπως πίστευαν πολλοί όταν βγήκαν τα e-books. Τα καλύτερα βιβλία είναι εκείνα που έχεις σημειώσει ότι σκέφτεσαι όταν τα διαβάζεις, που έχεις τσακίσει τις σελίδες, έχουν κιτρινίσει και μυρίζει βιβλίο. Δεν είναι λέξεις σε ένα χαρτί το βιβλίο! Και η λίστα του super market είναι λέξεις σε ένα χαρτί!»

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία